Aνοιχτή επιστολή για ένα ενιαίο πολιτικά ώριμο αναρχικό κίνημα

Το παρακάτω κείμενο μου ήρθε με email από τον φίλο και σύντροφο tupac_amaru. Αρχικά το είχα στα comments, αλλά αξίζει να βρεθεί ξεχωριστά ώστε να διαβαστεί από περισσότερο κόσμο.

Τους τελευταίους μήνες έχει ενταθεί η προσπάθεια συντονισμού και συλλογικοποίησης της δράσης του αναρχικού κινήματος, τουλάχιστον στην Αθήνα, με την Ανοιχτή Συνέλευση Αναρχικών για Ενιαίο Πολυμορφικό Κίνημα αλλά και με ζυμώσεις μέσα και έξω από συλλογικότητες. Οι προϋποθέσεις για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος έχουν προσεγγιστεί από διάφορες οπτικές γωνίες, η καταγραφή των οποίων ίσως να ήταν χρήσιμη για την κατανόηση της απόστασης ( ή της εγγύτητας ) των συνιστωσών του Χώρου. Ακόμα και να μην έχει το εγχείρημα αυτό τα ελάχιστα κοινά αναμενόμενα αποτελέσματα, είναι αναγκαίο όσο και χρήσιμο να αφήσει το αποτύπωμά του και να αποτελέσει έναν σταθμό στην προσπάθεια για ενότητα και δημιουργία υποδομών οργάνωσης του αναρχικού χώρου. Ανεξάρτητα από την εξέλιξη και την έκβαση του εγχειρήματος αυτού, ένα από τα θετικά του στοιχεία είναι ότι επανέφερε στην επιφάνεια την αναγκαιότητα της κοινής συντονισμένης δράσης του Χώρου. Οι παρακάτω γραμμές επιχειρούν να εστιάσουν αποσπασματικά σε κάποια φαινόμενα που θεωρώ ότι έχουν παίξει το ρόλο τους στη δημιουργία συγκεκριμένων χαρακτηριστικών του Χώρου. Μάλιστα μερικά από αυτά φάνηκαν ανάγλυφα τελευταία στα πλαίσια της Ανοιχτής Συνέλευσης. Επιχειρήθηκε να συνοψιστούν προσωπικές απόψεις καθώς και γνώμες και σχόλια ανένταχτων συντρόφων με τρόπο καλόπιστο. Στη συνέχεια κατατίθενται κάποιες προτάσεις λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένες και προσανατολισμένες στην ίδια κατεύθυνση. Αν σε κάτι φανεί χρήσιμο το κείμενο αυτό σε οποιοδήποτε εγχείρημα συλλογικοποίησης του Χώρου και διαλόγου προς την κατεύθυνση αυτή, θα έχει πετύχει το στόχο του.
Για συμβολικούς και μόνο λόγους η αρχή θα γίνει από αυτό που μεταφορικά ή κυριολεκτικά αποτελεί ‘κοινό τόπο’ και σημείο αναφοράς για όσους σε τούτη την πόλη επιμένουν να αντιστέκονται και να ονειρεύονται την απελευθέρωση του Ανθρώπου από τα δεσμά της Εξουσίας. Εδώ και αρκετά όμως χρόνια-για λόγους που δεν είναι αντικείμενο ανάλυσης αυτού του κειμένου- ο κοινός αυτός τόπος λειτουργεί με διττό τρόπο για τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο. Η γκετοποίηση του Χώρου στα Εξάρχεια(ως χώρο-σημείο αναφοράς αλλά και ως κουλτούρα) και η συνεπακόλουθη απομόνωσή του, είχε σαν αποτέλεσμα το υπερβολικό στένεμα της επαναστατικής του προοπτικής, την ομογενοποίησή του, την ανάπτυξη συμπτωμάτων θυματοποίησης και τελικά την απομάκρυνσή του απ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει κοινωνία και όσο αφορά σε ένα μικρό κομμάτι του την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου ‘αυτισμού’. Μέσα σ’ αυτό το χώρο που ο ίδιος οριοθέτησε, έγινε εύκολος στόχος της εξουσίας, η οποία δρούσε και δρα έξω και μέσα του. Αυτοπεριχαρακώθηκε και έχασε την επαφή του με έναν κόσμο που αρνήθηκε να τον ακολουθήσει σε αδιέξοδες ατραπούς και σκοτεινές διαδρομές . Η δράση του έγινε πιο ευάλωτη σε προβοκάτσιες, ένα μέρος του χαρτογραφήθηκε, η δυναμική του μειώθηκε. Διαμορφώθηκαν οι συνθήκες ένταξης του σε ένα συνεχές παιχνίδι γάτας με το ποντίκι με την αστυνομία, σε ένα γήπεδο που φαινομενικά μόνο είναι ευνοϊκό γι’ αυτόν και σχεδόν πάντα με τους όρους της Εξουσίας. Όλη του η δυναμική περιορίστηκε σε αυτόν τον φαύλο κύκλο στείρας αντιπαράθεσης. Έτσι η εστίαση ενάντια στην καταστολή (όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται αυτό το κομμάτι του αναρχικού χώρου που έχει εμπλακεί σ’ αυτό το στημένο παιχνίδι) επικράτησε ως πρόταγμα πλέον, σχεδόν σαν εμμονή. Ακόμα κι έτσι όμως ο προβληματισμός πάνω στην καταστολή περιορίστηκε σε όρους σύγκρουσης(με ή χωρίς εισαγωγικά) και σπάνια συνδέθηκε διαλεκτικά με άλλα ζητήματα. Παραμελήθηκαν οργανωτικά ζητήματα σε όφελος ενός επαναλαμβανόμενου αυτοσχεδιασμού που εξάντλησε και τα δικά του όρια αλλά και τα δικά μας. Η σύγκρουση για τη σύγκρουση έγινε σε πολλές περιπτώσεις αυτοσκοπός. Η τυφλή βία ιδεολογικοποιήθηκε. Η απελευθέρωση φυλακισμένων συντρόφων, η θεματική των φυλακών και των ψυχιατρείων και η πιο ορατή καταστολή μονοπώλησε το ενδιαφέρον του Χώρου, επισκιάζοντας μία σειρά από ζητήματα που απασχολούν και αφορούν πολύ περισσότερο την κοινωνία. Αυτή η μονοδιάστατη αλλά και ελκυστική για πολλούς πρακτική ταυτίστηκε με τη δράση , σε βάρος της ιδεολογικής δουλειάς και της διαλεκτικής που απαξιώθηκαν. Η αποδόμηση των αστικών ιδεολογημάτων σε ένα σωρό θέματα πέρασε σε δεύτερη μοίρα ή γίνεται με τρόπο ευκαιριακό, αν δεν λησμονήθηκε εντελώς.
Σε αυτόν τον ακάλυπτο χώρο διείσδυσε ο ρεφορμισμός, ο οποίος βέβαια δεν περίμενε τη δική μας αδράνεια για να οικειοποιηθεί θέματα όπως π.χ. η οικολογία, να τα ντύσει με τη γλώσσα της ενσωμάτωσης και να τα μετατρέψει σε δεκανίκι της ‘εναλλακτικής’ αστικής ιδεολογικής προπαγάνδας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διαδικασία αποσάθρωσης της αστικής προπαγάνδας έχει αποκτήσει άλλο ένα μέτωπο. Αυτό ενάντια στο δεκανίκι και ενίοτε μακρύ χέρι της Εξουσίας με την φαινομενικά ανατρεπτική φρασεολογία. Γι’ αυτό πρέπει να είναι επίμονη, συνεχής και σε βάθος. Αυτό βέβαια απαιτεί και προϋποθέτει ενότητα, διαλεκτική, συνεχή και συνεπή ιδεολογική δουλειά, κόπο. Στις σημερινές συνθήκες κάτι τέτοιο φαντάζει δύσκολο αλλά συνάμα γοητευτικά ελκυστικό. Παρότι η Εξουσία χειρίστηκε το θέμα με ιδιαίτερα πονηρό τρόπο ,δημιουργώντας τόσα χρόνια τέτοιες συνθήκες σύγκρουσης (οι όροι που λέγαμε παραπάνω) έτσι ώστε να μην ευνοούνται αυτές ακριβώς οι προϋποθέσεις, πολλοί είναι αυτοί που δεν έπεσαν στην παγίδα. Αυτοί που έχουν κατανοήσει ότι η ανούσια συγκρουσιολογία , οι τεχνητοί διαχωρισμοί και ο κατακερματισμός ,εκτός των άλλων, δρουν αποτρεπτικά για τη δημιουργία ενός ενιαίου, πολιτικά ώριμου αναρχικού κινήματος . Ο μονομερής καταγγελτικός λόγος αποτρέπει από την ιδεολογική ζύμωση και την παραγωγή ιδεολογίας. Όταν το σύνθημα καθορίζει το περιεχόμενο του λόγου, απομακρυνόμαστε από τον ορθολογισμό και τη διαλεκτική και εισχωρούμε σε μονοπάτια μεταφυσικής. Δυσδιάκριτης και μεταμοντέρνας, αλλά πάντως μεταφυσικής. Η άκοπη καταγγελτική συνθηματολογία (ή συνθηματική καταγγελία) εθίζει στη διανοητική νωχέλεια. Η πάλη όμως του εξεγερμένου ανθρώπου σήμερα ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία δεν μπορεί να είναι ιδεολογικά νωχελική. Πρέπει να είναι πιο δραστήρια και ευρηματική από παλιά που οι διαχωρισμοί καταπιεστών-καταπιεζομένων ήταν πιο διακριτοί και οι ταξικοί και κοινωνικοί όροι πιο σαφείς .Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια πολλοί σύντροφοι και συλλογικότητες κατανοούν, με τον τρόπο του ο καθένας, την αναγκαιότητα της απαλλαγής από τέτοια σύνδρομα και της άρθρωσης ενός ουσιαστικού αντιεξουσιαστικού λόγου, συγκεκριμένου όσο και δομημένου, επίκαιρου όσο και διαχρονικού . Το ίδιο ισχύει και για τη δράση μας. Από το φαινομενικά ‘εύκολο’ σιγά σιγά περνάμε στα δύσκολα.
Σ’ αυτές τις συνθήκες γιγαντώθηκε και η αυτοαναφορά και σε τελική ανάλυση ένας ιδιόμορφος όσο και επικίνδυνος εγωισμός, ο οποίος συνδυαζόμενος με ένα στείρο ‘’εξεγερσιακό’’ ή ‘’συγκρουσιακό’’ λόγο αναδύει μία οσμή υπογείου. Παρά την συχνά εύστοχη και διεισδυτική κριτική του εξουσιαστικού λόγου από πολλούς συντρόφους ή/και συλλογικότητες, σε ένα ανένταχτο κυρίως κομμάτι του Χώρου δεν έχει φτάσει ακόμα καθαρή και ανόθευτη αυτή η οσμή. Ίσως η ανάμιξή της με γερές δόσεις ‘’επαναστατικής’’ φρασεολογίας να ξεγελά και να την κάνει δυσδιάκριτη. Ίσως η όποια ελκυστικότητα ενός τέτοιου λόγου να μην αφήνει σε κάποιους περιθώρια για μία εξίσου εύστοχη και διεισδυτική διάγνωση του που μπορεί να μας οδηγήσουν ανάλογες πρακτικές. Ίσως κάποιοι νεότεροι σύντροφοι να μη γνωρίζουν (όλη) την ιστορία αυτής της πολύ συγκεκριμένης μα καθόλου εξελισσόμενης συνιστώσας, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία…
Αυτά και πολλά άλλα που δεν είναι της παρούσης έχουν προσδώσει σε ένα κομμάτι του Χώρου ‘εφηβικά’ πολιτικά χαρακτηριστικά. Το θέλω/θέλουμε υπερτερεί του μπορώ/μπορούμε και έτσι ο εθελοντικός υποκειμενισμός φτάνει να γίνεται πολιτικό μανιφέστο. Πολλές φορές προβαίνει σε πρωτοβουλίες και εγχειρήματα χωρίς να έχει ζυγίσει καλά τις δυνατότητές του με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αντιμετωπίσει εκ των υστέρων τα προβλήματα που προκύπτουν. Ο επικοινωνιακός του κώδικας έχει γίνει απελπιστικά ομοιόμορφος, η γλώσσα του επιτηδευμένα δυσνόητη, ξύλινη (και φραστικά και κυρίως νοηματικά), η αναντιστοιχία λόγων-πράξεων χαώδης. Μέσα σ’ αυτόν του μικρόκοσμο (χωρικά και μεταφορικά) του εξαρχειώτικου αναρχισμού, όπως σε γενικές γραμμές περιγράφεται παραπάνω, οι προσωπικές έριδες και αντιπαλότητες είναι συχνές. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Ο εγωισμός και ο ατομικισμός ευδοκιμούν σε αναερόβιες συνθήκες. Ολοένα και πιο σπάνια τέτοιες φιλονικίες έχουν πολιτικά χαρακτηριστικά, γι’ αυτό και είναι πια ολοένα και πιο βαρετές και κυρίως ζημιογόνες για το Κίνημα. Δε μπορεί να μιλάς για την αναγκαιότητα της κατάργησης της εξουσίας, για τη ‘δια του παραδείγματος’ διάδοση των ιδεών μας και στην πράξη να αυτό-ακυρώνεσαι και ταυτόχρονα να δηλώνεις την πολιτική σου ανωριμότητα με τέτοιου είδους ανούσιες ίντριγκες. Στα στενά πλαίσια όμως του μικρόκοσμου αυτού αυτές οι ανούσιες ίντριγκες μεγεθύνονται, προσλαμβάνουν θεαματικά χαρακτηριστικά και αποκτούν σημασία. Για τους πρωταγωνιστές αυτής της ταινίας .Ο κόσμος που έχει διάθεση να αντισταθεί στη βαρβαρότητα της ολοκληρωτικής δημοκρατίας δεν ενδιαφέρεται καθόλου μα καθόλου για τέτοια θεάματα. Το αν θα φτάσει το μήνυμα σε όσους έχουν αντιεξουσιαστική πρακτική ή έστω ρητορεία είναι ένα στοίχημα. Ένα άλλο στοίχημα είναι αν θα μπορέσουν να το αφομοιώσουν. Το μεγαλύτερο όμως στοίχημα είναι η πολιτική ενηλικίωση του Χώρου. Άλλα βέβαια θα έπρεπε να είναι τα στοιχήματα που δυνητικά θα μπορούσε να βάλει αυτός ο Χώρος ,αλλά καλύτερα να αρχίσουμε από τα απλά παρά να βαυκαλιζόμαστε και να χτίζουμε στην άμμο παλάτια.
Το χειρότερο όμως ίσως είναι ότι στις συνθήκες αυτές και για μια σειρά άλλους λόγους που χρήζουν βαθύτερης συζήτησης, ευνοήθηκε ο κατακερματισμός του αναρχικού Χώρου σε βαθμό απίστευτο για δεδομένα κινημάτων άλλων λαών . Ένα τμήμα του ξέχασε(ή δεν έμαθε)να συνυπάρχει, να μοιράζεται πράγματα, να συνδιαχειρίζεται καταστάσεις, να συμπράττει και να συνδιαμορφώνει, πέρα από τη θεματολογία και τη δράση του ‘εύκολου’. Ξέχασε( ή δεν έμαθε) να ακούει, να προσπαθεί να αντιλαμβάνεται τη διαφορετικότητα διαφορετικών οπτικών και κυρίως να σέβεται στην πράξη και όχι στα λόγια το σύντροφο και τη συντροφικότητα. Κάποιες φορές το έλλειμμα αυτό επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί σε πρόσφατες συνελεύσεις και σε κοινές δράσεις με μία υπερβολική ανοχή εκ μέρους συντρόφων πιο έμπειρων και με μεγαλύτερο βαθμό αυτοσυνειδησίας. Άλλοτε πάλι επιχειρήθηκε μία μονομερής εστίαση σε μία μηχανιστική αποφυγή-αποτροπή εξουσιαστικών φαινομένων και συμπεριφορών. Αν δεν υπάρχει προσωπική και πολιτική ωριμότητα, αυτοσυνειδησία και στοιχειώδης σχέση με τη διαλεκτική, οποιοδήποτε κοινά αποδεκτό πλαίσιο λειτουργίας μιας συνέλευσης ή ομάδας, όσο και να τονίζει και να υπερασπίζεται τον αμεσοδημοκρατικό του χαρακτήρα, αργά ή γρήγορα θα παραβιαστεί και θα διαλυθεί. Η αυτό-οργάνωση είναι αναγκαία συνθήκη για οποιοδήποτε εγχείρημα, όχι όμως πανάκεια. Η αναρχία εκτός από ιδεολογία είναι προσωπικό και συνάμα συλλογικό βίωμα, στάση ζωής. Ως τέτοια λοιπόν είναι και μία διαδικασία όμορφη αλλά και επίπονη. Είναι σαν τον κήπο με τα λουλούδια που για να ανθίσουν θέλουν σπορά, παρατήρηση, πότισμα, κλάδεμα, συνεχή και κοπιαστική δουλειά και ενασχόληση με τον κήπο. Και κυρίως πρέπει να ιδρώσεις, να βραχείς, να λερωθείς, να κουραστείς σωματικά και διανοητικά. Σχηματικά μπορούμε να πούμε πως η πάλη ενάντια στον εξωτερικό εχθρό που ονομάζεται εξουσία ( θα πρέπει να ) είναι πολυεπίπεδη και… πολυμορφική. Η εξουσία πια έχει δεκανίκια και συμμάχους πιο εκσυγχρονισμένους και ύπουλους από την άμεση καταστολή, όπως η συνήθεια , η βιομηχανία της λήθης και αυτή της παραγωγής φοβιών, η δύναμη της εικόνας, οι παγιωμένες συνήθειες και συμπεριφορές, η ενσωμάτωση και η παραίτηση, ο μικροαστισμός, η εθελοδουλία, η ανθρώπινη μετάλλαξη . Οι ανακλάσεις των εκφάνσεων της εξουσίας μέσα μας είναι πολυσχιδείς. Όπως καμιά εξέγερση από μόνη της δεν μπορεί να μεταμορφώσει την αδιαφορία σε αλληλεγγύη και τον ατομισμό σε συλλογικότητα, έτσι και καμία τέλεια θεσπισμένη και οριοθετημένη συνέλευση ή αυτοδιαχείριση δεν είναι ικανή να μετουσιώσει την εγωπάθεια και την πολιτική ανωριμότητα σε σεβασμό και επαναστατική ωριμότητα.
Είναι προφανές ότι πλησιάζει-αν δεν έχει έρθει ήδη-η ώρα του απεγκλωβισμού από πρακτικές του παρελθόντος, της επανεκτίμησης των μέσων δράσης και παρεμβάσεων καθώς και των μορφών απεύθυνσης στην κοινωνία, ή τουλάχιστον σε ένα μέρος της. Θεωρητικά η διάδοση των ιδεών μας θα έπρεπε να γίνεται σε όλη την κοινωνία. Κάτι τέτοιο εκτιμούμε ότι ακόμα δεν είναι εφικτό. Ένας σχηματικός και αφαιρετικός διαχωρισμός της ίσως βοηθούσε στη σκιαγράφηση της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε, έστω και με τρόπο απλουστευτικό. Έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικούς κόσμους ( ανάμεσα στους πολλούς ). Τον κόσμο της ευνουχισμένης φαντασίας, των ανύπαρκτων ονείρων, της αποδοχής και της ενσωμάτωσης στο Σύστημα ή στην καλύτερη περίπτωση της βελτίωσής του. Εδώ βρίσκεται ενταγμένος και ο κόσμος της ‘προόδου’ και ο κόσμος της ‘συντήρησης’. Από την άλλη έχουμε τον κόσμο της αμφισβήτησης, της ανατροπής, της εξέγερσης ενάντια σε ό,τι εκφράζει τον κόσμο που φεύγει. Μπορεί η απεύθυνση μας να ξεπεράσει τα όρια του δεύτερου κόσμου; Κι αν ναι, ποια θα είναι αυτή; Σίγουρα δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη σε περιεχόμενο, μορφή, μέσα και πρακτικές. Η απεύθυνση στα κομμάτια της κοινωνίας με τα οποία μπορούμε να έχουμε κάποια ζύμωση και διείσδυση πρέπει να είναι κριτική αλλά και αλληλέγγυα. Ούτε και η αλληλεγγύη όμως θα πρέπει να είναι άκριτη…
Ακόμη όμως και ανάμεσα στον κόσμο που βρίσκεται κοντά στην ιδεολογία μας πολλοί κατανοούν την ιδέα της ύπαρξης της Εξουσίας και της ανάγκης απελευθέρωσης του Ανθρώπου από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Η κατανόηση όμως αυτή δεν αρκεί για να εξεγερθούν. Ένα ολόκληρο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων απορροφά και αποδυναμώνει την όποια-λανθάνουσα ή συνειδητή- εξεγερσιακή διάθεση και τη μετατρέπει σε εθελοδουλία, ενσωμάτωση, ακόμα και υπεράσπιση του συστήματος καταπίεσης από τους καταπιεσμένους. Θα επικεντρώσουμε το λόγο μας σ’ αυτά ή θα συνεχίσουμε να προσαρμόζουμε και να περιορίζουμε το περιεχόμενό αλλά και τη μορφή του στις ανάγκες της ( κατά τα άλλα θεμιτής και απαραίτητης ) αλληλεγγύης στα θύματα της ορατής καταστολής;
Η πεποίθηση ότι το απλό πρόταγμα του ελευθεριακού μοντέλου είναι ικανό για την προσέγγιση και αφομοίωση του από την πλειοψηφία της κοινωνίας επειδή κατά βάθος ο άνθρωπος είναι ‘καλός και αγαθός’ είναι τουλάχιστον απλοϊκή. Η σκέψη και τα συναισθήματα του μεταλλασσόμενου χειραγωγημένου ανθρώπου έχουν υπερκαλυφθεί από αρκετές στρώσεις ωφελιμισμού-ανταγωνισμού, κυνισμού και πραγματισμού, που έχουν καλύψει ή και εξαλείψει οποιαδήποτε στοιχεία ανθρωπιάς είχε τυχόν προλάβει να αναπτύξει.
Όπως και να’ χει, ο αυτοπροσδιορισμός και το πολιτικό μας στίγμα αποσαφηνίζοται όσο περισσότερο συγκεκριμενοποιούνται οι θέσεις και οι δράσεις μας στα θέματα που απασχολούν την κοινωνία και ειδικότερα τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Η θεματική αποδόμηση της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν μπορεί να αντικατασταθεί από γενικόλογους αφορισμούς ενάντια στην εξουσία και μετάθεση των λύσεων για μετά την κατάργησή της, ούτε με την επίκληση της αυτό-οργάνωσης. Πρέπει να αρχίσουμε να συγκροτούμε προφορικά και γραπτά ένα συγκεκριμένο λόγο, με στοιχεία , ιστορικές αναφορές, παραδείγματα , ανάλυση και στο μέτρο του δυνατού σύνθεση απόψεων, καθώς και συγκεκριμένη απάντηση στα αστικά ιδεολογήματα . Η Συνέλευση οποιασδήποτε ενωτικής πρωτοβουλίας θα έπρεπε να έχει σαν προτεραιότητα την άρθρωση αντιεξουσιαστικού λόγου με τα χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν πιο πριν και την έκδοση μελετών-συλλογής αναλύσεων πάνω σε θεματικές ενότητες. Αυτές θα επεξεργάζονται ατομικά από συντρόφους-εθελοντές ή και συλλογικά από ανοικτές ομάδες εργασίας. Δε χρειάζεται να είναι ή να δηλώνουν αναρχικοί όλοι οι συμμετέχοντες σε αυτές. Το ποιος είναι πολύ ή λίγο αναρχικός και το ποιος όχι δεν έχει καμία σημασία. Άλλωστε κάποιοι δεν παύουν να το δηλώνουν έστω κι αν η συμπεριφορά τους κραυγάζει για το αντίθετο. Το σημαντικό είναι η παραγωγή έργου και η πρόκληση ρηγμάτων και σε ιδεολογικό επίπεδο. Το τι (δεν) είναι η αναρχία είναι κάτι σχετικό και σε ένα βαθμό υποκειμενικό. Ας καταπιαστούμε με θέματα που μπορούν να μας ενώσουν και να δώσουν τροφή στη σκέψη και ας αφήσουμε τη συζήτηση περί ιδεολογικής καθαρότητας σε δεύτερο επίπεδο. Αναφέρω λοιπόν επιγραμματικά και ενδεικτικά κάποια από τα θέματα τα οποία προσφέρονται για επεξεργασία και με στόχο την αποδόμηση της κυρίαρχης ιδεολογίας:
– Κοινωνική αυτοδιαχείριση , ιστορία , μορφές , προοπτική
-‘Κοινωνική οικονομία’ , εναλλακτικό και αλληλέγγυο ‘εμπόριο’
– Οικολογία, κλιματική αλλαγή, ενέργεια και ενεργειακή ‘κρίση’, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
– Εναλλακτική Γεωργία, βιολογικά/οργανικά προιόντα, κρίση βιοποικιλότητας, μεταλλαγμένα τρόφιμα, έλεγχος
διατροφής και κώδικες τροφίμων
– Ελευθεριακή εκπαίδευση και η αντίθεσή της με το σημερινό μοντέλο αυταρχικής εκπαίδευσης
– Ελευθεριακός κοινοτισμός, παγκοσμιοποίηση, σύγχρονος ολοκληρωτισμός
– Σύγχρονες μέθοδοι χειραγώγησης και εικόνα, βιομηχανία μαζικής παραγωγής φοβιών, κοινωνία του θεάματος
-Τέχνη , εμπορευματοποίηση, θέαμα, lifestyle και καταναλωτισμός, πολιτιστικός ιμπεριαλισμός
– Η ιστορία ως δεκανίκι του εθνικισμού και του καπιταλισμού, το έθνος-κράτος και ο ιστορικός του ρόλος: το
παράδειγμα της Ελλάδας.
-Ο ρόλος και η ιστορία των θρησκειών, των παραθρησκειών και της εκκλησίας
-Κολεκτίβες και αυτό-διαχειριζόμενες επιχειρήσεις: ιστορική εξέλιξη, παρόν και προοπτικές
-Τυφλή βία και αντιβία. Κρατική τρομοκρατία και μη μαζική ένοπλη πάλη
-Γενικά θέματα ή θέματα επικαιρότητας από το εξωτερικό
-Μεταναστευτικό και παγκοσμιοποίηση, μετανάστες και πρόσφυγες, ρατσισμός, εθνικισμός και πολυεθνικές
κοινωνίες αλλά και η άλλη όψη κάποιων μεταναστών ( αναπαραγωγή από αυτούς ιεραρχικών και εθνικιστικών
μοντέλων συμπεριφοράς, ρατσισμός προς άλλους μετανάστες-πρόσφυγες, αυτό-γκετοποίηση )
Σε πρώτη φάση και παράλληλα με την έκδοση των θεματικών αυτών μελετών μπορούν να διοργανωθούν συζητήσεις και διάφορες άλλες δράσεις, προπαγανδιστικές και σε δεύτερο στάδιο επιλεγμένες και στοχευμένες δράσεις εφαρμογής, κατά περίπτωση συνδυαζόμενες με την θεωρητική-ιδεολογική δουλειά. Ως αρχή για τη δημιουργία υποδομών κρίνεται απαραίτητη η δημιουργία βιβλιοθήκης, η δημιουργία blog και η αντίστοιχη προπαγάνδισή του και ακόμα πιο απαραίτητη η κυκλοφορία εφημερίδας, αρχικά σε μηνιαία βάση, εκτός αν εκτιμηθεί ότι μπορούμε οργανωτικά να ανταπεξέλθουμε σε κάτι περισσότερο . Σε δεύτερο στάδιο μπορούμε να μιλήσουμε και για δημιουργία ραδιοφωνικού σταθμού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απήχηση του κινήματος δεν τελειώνει στα όρια της Αθήνας. Πρέπει να δημιουργηθεί η κατάλληλη επικοινωνία και ο συντονισμός με συντρόφους και ομάδες της επαρχίας. Επίσης είναι αναγκαία η δημιουργία ομάδας εργασίας με αντικείμενο ανάλογη επικοινωνία με το εξωτερικό. Εκτός από το προφανές, η επαφή με την επαρχία και το εξωτερικό θα υποβοηθήσει την εξωστρέφεια και θα μας φέρει σε επαφή με αντιλήψεις μακρινές από τις επικρατούσες ακόμα στον ‘κοινό μας τόπο’. Δεν πρέπει σε πρώτο στάδιο να παρασυρθούμε από τον ενθουσιασμό μας και να καταπιαστούμε με πολλές δραστηριότητες, δυσανάλογες με τις τωρινές μας οργανωτικές δυνατότητες. Γι’ αυτό και δεν επεκτείνομαι αναλυτικότερα σε θέματα μεθοδολογίας δράσης. Κυρίως πρέπει να δουλέψουμε στο θέμα της οργάνωσης. Η οργάνωση δεν είναι ένα απλό ζητούμενο, είναι προαπαιτούμενο. Εδώ θα χρειαστεί η πείρα παλαιότερων συντρόφων, κινημάτων του εξωτερικού και διεξοδικές ( αλλά όχι αδιέξοδες) συζητήσεις. Είναι καιρός να τις αρχίσουμε.
Για να μην πέσουμε όμως σε έναν ανέξοδο ακτιβισμό που συνήθως καταλήγει να γίνεται αυτοσκοπός, είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίος ο διάλογος και η ζύμωση πριν από την ανάληψη πρωτοβουλιών. Εξαιρούνται για προφανείς λόγους αυτές οι οποίες για στρατηγικούς λόγους ενέχουν το στοιχείο του αιφνιδιασμού, αν και σ’ αυτήν την περίπτωση κάποια προετοιμασία προϋπάρχει, απλά δεν είναι εμφανής. Ίσως κάποιοι σύντροφοι αναρωτηθούν πως είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν όλα αυτά έχοντας δεχτεί την παραπάνω περιγραφή των αρνητικών χαρακτηριστικών του Χώρου. Είναι προφανές ότι τα παραπάνω δεν αφορούν συνολικά το Χώρο. Υπάρχει μία αυξανόμενη δυναμική που εκδηλώνεται στους δρόμους, στις καταλήψεις, στις συνελεύσεις, σε οποιαδήποτε δραστηριότητα. Υπάρχουν άνθρωποι άφθαρτοι, με διάθεση για δουλειά και σε επίπεδο δράσεων και σε θεωρητικό επίπεδο, μακριά από νοοτροπίες που εμποδίζουν ή και ακυρώνουν την ουσία και κυρίως την αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε υγιούς και δημιουργικού οργανωτικού εγχειρήματος.
Παράλληλα όμως θεωρούμε ότι η εμμονή σε εγχειρήματα και πρωτοβουλίες που, με την υπάρχουσα μορφή ή σύσταση , είτε έχουν κάνει τον κύκλο τους είτε έχουν παρακμάσει, δεν ωφελεί κανέναν. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πιο εποικοδομητικό να γίνεται με ανοιχτές διαδικασίες απολογισμός και αυτοκριτική και να πάμε γι’ άλλα με αποσκευές τα αποτελέσματα αυτών των διαδικασιών. Έτσι και θα είμαστε πιο πρακτικοί και αποτελεσματικοί και θα αποφύγουμε αδιέξοδα μονοπάτια, έχοντας αποκομίσει το μεγαλύτερο δυνατό όφελος. Κάτι τέτοιο απαιτεί θάρρος, καθαρό μυαλό, ωριμότητα και κυρίως πνεύμα συλλογικότητας. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι το ποιος ‘απέτυχε’ αλλά το γιατί. Άλλωστε η επιτυχία και η αποτυχία είναι έννοιες που κινούνται συνήθως σε αλληλοκαλυπτόμενα πεδία. Το ζητούμενο είναι να τις χειριστούμε προς όφελος μας.
Όλα αυτά και πολλά ακόμα αποκτούν νόημα και υπόσταση μόνο αν η διάθεση για ενότητα και δημιουργία, η αμοιβαία εμπιστοσύνη και η ωριμότητα αποδειχτούν έμπρακτα. Πρέπει να προτάξουμε αυτά που μας ενώνουν, όχι αυτά που μας χωρίζουν. Να ξεκαθαρίσουμε ποιοι είναι οι κοινοί μας στόχοι και να επιμείνουμε σ’ αυτούς με όσο πιο σαφή τρόπο γίνεται. Τα τελευταία γεγονότα στο ‘πολυμορφικό’ επιβεβαίωσαν αυτό που γνωρίζουμε εδώ και πολλά χρόνια. Καμία ορθά θεσπισμένη, συνδιαμορφωμένη ή κοινά αποδεκτή διαδικασία δεν είναι επαρκής για τη διασφάλιση λειτουργικότητας μίας συνέλευσης ή ενός εγχειρήματος. Το τι χρειάζεται έχει ήδη αναφερθεί και εκτιμώ ότι δεν υπάρχουν διαφωνίες πάνω σ’ αυτό. Μπορεί να υπάρχουν όμως σύντροφοι που για κάποιους προσωπικούς λόγους στην παρούσα φάση διαφωνούν ή είναι εθισμένοι σε πρακτικές που έχουν αποδειχτεί αδιέξοδες και ζημιογόνες ή δεν μπορούν να ακολουθήσουν ή να αντέξουν το βάρος των κοινά αποδεκτών προϋποθέσεων. Θα ήταν πιο δίκαιο στο όνομα της συντροφικότητας τουλάχιστον να μην ακυρώνουν την προσπάθεια των υπόλοιπων. Τους τρόπους για να πράξει κάποιος κάτι τέτοιο θα τους βρει ο καθένας μόνος του.
Αντί επιλόγου: ενωμένοι και επαναστατικά ώριμοι έχουμε πολλά να κερδίσουμε. Ίσως πιο πολλά απ’ όσα φανταζόμαστε στα καλύτερα όνειρά μας. Αυτά τα όνειρα που από το Μάη ως το Δεκέμβρη και ακόμα πιο πριν και ακόμα πιο μετά προσδοκούμε ‘να γίνουν εφιάλτης τους’.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: