Ο νεο-Ρωμηός

…ουχί του Σουρή, αλλά του εξαδάκτυλου :

Στόν καφενέ και τότε, στον καφενέ και τώρα,
μέσα σ’ εφημερίδες και σε περιοδικά.
Τσιγάρο αρειμανίως καπνίζω όλη την ώρα
και ό,τι λέω ν’ ακούτε γιατί μιλώ σοφά!

Ψυχή μου, τι λιακάδα! Τι ωραία που περνάω!
Καφές και εφημερίδα και ξύσιμο αρχιδιών!
Και αν ο κόσμος όλος βουλιάζει ενώ κοιτάω,
δεν είν’ δικό μου λάθος μα των πολιτικών!

Για όλα έχω άποψη, γιά όλα έχω ιδέα.
Είμαι οικονομολόγος μα και στρατιωτικός.
Εμένα να ακούτε γιά μιά ελλάδα νέα.
Εγώ μόνο θα έπρεπε να’ μαι πολιτικός.

Ποιός φταίει; Μα οι ξένοι! Οι Αλβανοί! Οι Εβραίοι!
Δίκιο βουνό το έχει, το ΛΑΟΣ στη Βουλή.
Τους βλέπω να περνάνε φτωχοί και τρομαγμένοι –
μα όχι όσο θα ‘πρεπε! Και γίνομαι σκυλί!

Τους βρίζω και τους φτύνω. Τους δείχνω αγριεμένος.
Και έχυσα μες τα νεύρα μου τον καϊμακλή καφέ.
Φωνάζω να τους πιάσουν και να τους μπαγλαρώσουν.
Μετά θα πάω στο κόμμα να πάρω το λουφέ.

Οι ξένοι φταίν γιά όλα : που χρήμα πιά δεν έχει,
που οι μετοχές μου πέσαν, που εγώ χρωστάω παντού.
Η τράπεζα φωνάζει, οι κάρτες θα εκραγούνε,
μα φταίνε οι μετανάστες που βρίσκονται παντού.

Αρχαίους ημών προγόνους στο νού μου τότε φέρνω.
Μόνο δικοί μου είναι και άλλου κανενός!
Αν ζούσαν θα ντρεπόνταν που είμαι απόγονος τους.
Μα σημασία δεν έχει – το λέει κι ο Αρχηγός!

Βρίζω και αγριεύω με όλα όσα διαβάζω,
και ό,τι βλαστήμια ξέρω αρχίζω να την πώ.
Φωνάζω και χτυπιέμαι, οργίζομαι και βράζω,
που ο κόσμος δεν προσέχει αυτά που ‘χω να πώ.

Τους ξένους ξάφνου όλους στο νου μου ξαναφέρνω,
κι αφρίζω που δεν δίνουν τη δόση απ΄τα λεφτά!
Και πώς θα εξοφλήσω την δόση στο τζακούζι;
Και πώς θα την περάσω και πάλι αραχτά;

Εγώ όλα τα ξέρω και τα καταλαβαίνω,
εσείς ιδέα δεν έχετε από πολιτική.
Οι υπουργοί είναι ζώα. Οι κυβερνήτες βλάκες.
Και πάντα οι άλλοι φταίνε, και η τύχη η κακή.

Βρίζω το λαουτζίκο, βρίζω τα φτωχαδάκια,
βρίζω τους μετανάστες και την Αριστερά.
«Αυτοί τα κάναν όλα!», «Μιά χούντα μας αρμόζει!»
«Όσο υπήρχε ο Γιώργης ζούσαμε μιά χαρά»

Καθ’ ότι ελληνάρας, πανέξυπνος και μάγκας
ό,τι και να μου πούνε κανέναν δε γροικώ.
Δεν είμαι σαν τους άλλους εγώ, ένας μαλάκας,
κι άς φέρομαι από ανάγκη με τρόπο δουλικό.

Στους γερμανούς υπάκουος, τώρα όπως και τότε.
Εγώ να επιζήσω και οι άλλοι στο χαμό.
Και όταν θα τελειώσει αυτή η παραζάλη,
Θε να με βρείτε πάλι δίπλα στον Αρχηγό.

Αγριεύω στο γκαρσόνι που’ χει καθυστερήσει,
και τον διαβολοστέλνω γιατί ο καφές αργεί.
Αγριεύω και στον δίπλα που μ’ αγριοκοιτάζει
«Τι βλέπεις ρε μαλάκα;» του λέω με οργή!

Τσαντίζεται κι εκείνος, με στέλνει στα γαμίδια,
τα πέτα του αρπάζω και γίνεται ο χαμός!
Βρισιές και παναγίες, μπουνίδια και κλωτσίδια,
και καταλήγουμε όλοι στο τμήμα τελικώς.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: